ασκίαστος

ασκίαστος
η , ο [ος , ον ]
1) незатенённый; 2) жив. нерастушёванный; 3) незапятнанный, безупречный, безукоризненный;

ευτυχία ασκίαστη — неомрачённое счастье


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ασκίαστος" в других словарях:

  • ασκίαστος — ἀσκίαστος, ον (Μ) βλ. άσκιαχτος …   Dictionary of Greek

  • ἀσκίαστος — unshaded masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκίαστον — ἀσκίαστος unshaded masc/fem acc sg ἀσκίαστος unshaded neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκιάστοις — ἀσκίαστος unshaded masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκιάστου — ἀσκίαστος unshaded masc/fem/neut gen sg ἀ̱σκιάστου , ἀσκιαστόω clear from rust imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀσκιαστόω clear from rust pres imperat act 2nd sg ἀσκιαστόω clear from rust imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκίαστα — ἀσκίαστος unshaded neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσκιαχτος — και άσκιαστος, η, ο (AM ἀσκίαστος, ον) αυτός που δεν σκεπάζεται από σκιά νεοελλ. εκείνος που δεν σκιάζεται, ο ατρόμητος μσν. όποιος δεν είναι σκεπασμένος με σκουριά …   Dictionary of Greek

  • λιπόσκιος — λιπόσκιος, ον (Α) 1. αυτός που δεν έχει σκιά, ασκίαστος, φωτεινός, εμφανής 2. αυτός που δεν ρίχνει σκιά, που δεν σκιάζει («λιπόσκια δένδρεα», Νόνν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λιπ(ο) * + σκιά] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»